Ουίλλιαμ Μπλέηκ

Ουίλλιαμ Μπλέηκ

Ουίλλιαμ Μπλέηκ

Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ (William Blake, 28 Νοεμβρίου 1757 – 12 Αυγούστου 1827) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Άγγλους Ποιητές και παράλληλα ζωγράφος, χαράκτης εικονογράφος, μυστικιστής και οραματιστής.


Χαρακτηρίζεται συχνά ως ο «Προφήτης» της αγγλικής λογοτεχνίας και υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους πλέον εκκεντρικούς και πολύπλευρους καλλιτέχνες. Αν και στην εποχή του χλευάστηκε ως παράφρων, σήμερα τιμάται ως μεγαλοφυΐα και συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μείζονες ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ γεννήθηκε στο Λονδίνο και η οικογένειά του ανήκε στη μεσαία τάξη. Οι γονείς του επέτρεψαν να εγκαταλείψει το συμβατικό σχολείο σε ηλικία δέκα ετών ώστε να αρχίσει να παρακολουθεί μαθήματα σε σχολή ζωγραφικού σχεδίου. Από μικρός, όπως ομολογούσε ο ίδιος βυθιζόταν σε εκστατικά οράματα.

Από την ηλικία των δώδεκα μόλις ετών ξεκίνησε να γράφει ποιήματα. Τον Αύγουστο του 1772, ο χαράκτης James Basire του προσέφερε θέση μαθητευόμενου, γεγονός που θεωρείται σημαντικό στην μετέπειτα εξέλιξη του Μπλέηκ. Συνολικά μαθήτευσε για επτά χρόνια και στο διάστημα αυτό εκπαιδεύτηκε σε όλες τις διαφορετικές χαρακτικές μεθόδους και τεχνικές. Παρά την κατάρτιση του, αποφάσισε να μαθητεύσει και στη σχολή ζωγραφικής της Βασιλικής Ακαδημίας, το 1779. Ένα χρόνο αργότερα, το 1780, παρουσιάστηκε δημόσια ένα υδατογράφημα του Μπλέηκ, στην ετήσια έκθεση της Ακαδημίας.

Το 1782 ο Μπλέηκ γνωρίστηκε με τον John Flaxman, ο οποίος επρόκειτο να γίνει προστάτης του. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Catherine Boucher, ένα φτωχό και αναλφάβητο κορίτσι, την οποία ο Μπλέηκ θα εκπαίδευε, όχι μόνο στη γραφή και την ανάγνωση, αλλά και στη χαρακτική τέχνη. Εκείνη την περίοδο, ο George Cumberland, ένας από τους ιδρυτές της εθνικής πινακοθήκης του Λονδίνου, ήρθε σε επαφή με τα έργα του Μπλέηκ τα οποία και θαύμασε.

Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του Ουίλλιαμ Μπλέηκ, Poetical Sketches (Ποιητικά Σχεδιάσματα), δημοσιεύτηκε του 1783 με τη χρηματική ενίσχυση του Flaxman και του αιδεσιμότατου A. S. Mathew.

Μετά από το θάνατο του πατέρα του, το 1784, λειτούργησε ένα κατάστημα ειδών σχεδίου και ζωγραφικής, μαζί με τον αδερφό του Ρόμπερτ. Συνεργάστηκαν με τον εκδότη Joseph Johnson, γεγονός που επέτρεψε στον Μπλέηκ να έρθει σε επαφή με σημαντικούς εκπροσώπους της αγγλικής διανόησης, όπως τον επιστήμονα Joseph Priestley, τον φιλόσοφο Richard Price, τον ζωγράφο John Henry Fuseli, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά, την φεμινίστρια Mary Wollstonecraft, αλλά και τον αμερικανό θεωρητικό και επαναστάτη Tom Paine. Ο Μπλέηκ έτρεφε μεγάλες ελπίδες για την αμερικανική και γαλλική Επανάσταση αλλά αργότερα απελπίστηκε με την άνοδο του Ροβεσπιέρου. Η Mary Wollstonecraft έγινε επίσης στενή φίλη του και το 1788 ο Μπλέηκ εικονογράφησε το έργο της Original Stories from Real Life. Μοιράζονταν ακόμη παρόμοιες απόψεις σχετικά με τη σεξουαλική ισότητα των δύο φύλων και το θεσμό του γάμου. Ο Μπλέηκ καταδίκαζε ανοιχτά την επιβεβλημένη αγνότητας της γυναίκας και τον προκαθορισμένο γάμο.

Το 1788 ο Μπλέηκ άρχισε να πειραματίζεται πάνω στη μέθοδο που θα χρησιμοποιούσε για να δημοσιεύσει τα ποιήματα του, όντας δύσπιστος απέναντι στους εκδότες της εποχής. Τελικά υιοθέτησε μια πρωτότυπη τεχνική εκτύπωσης συνδυάζοντας την ιδιότητα του χαράκτη και ζωγράφου με αυτή του ποιητή. Ιδιαίτερες λεπτομέρειες για την τεχνική του Μπλέηκ δεν είναι γνωστές. Η εκτύπωση αυτή περιελάμβανε σύμφωνα με εκτιμήσεις την εξής διαδικασία: αρχικά το γράψιμο των στίχων πάνω σε πλάκες χαλκού με τη βοήθεια μελανιού και πινέλων, χρησιμοποιώντας παράλληλα ένα ανθεκτικό στα οξέα μέσο. Στη συνέχεια οι πλάκες εμβαπτίζονταν σε οξύ προκειμένου να διαλυθεί ο μη επεξεργασμένος χαλκός. Στο τελικά στάδιο, οι πλάκες χρωματίζονταν με υδατοχρώματα και τοποθετούνταν μαζί ώστε να αποτελέσουν έναν ενιαίο τόμο. Η μέθοδος αυτή ονομάστηκε από τον Μπλέηκ “Πεφωτισμένη εκτύπωση” (Illuminated printing) και συχνά τα έργα αυτής της μορφής αναφέρονται και ως “Πεφωτισμένα βιβλία”. Ο Μπλέηκ χρησιμοποίησε τη “φωτισμένη” εκτύπωση για όλα τα του τα έργα από τη στιγμή που την επινόησε. Κάθε ένα από τα “φωτισμένα” βιβλία του αποτελούσε ένα μοναδικό έργο τέχνης. Ο Μπλέηκ θεωρούσε ότι η αυτόνομη δημοσίευση των βιβλίων θα μπορούσε να ελευθερώσει τον καλλιτέχνη από την τυραννία της λογοκρισίας από την εκκλησία και το κράτος.

Το 1790 ο Μπλέηκ μετακόμισε με τη γυναίκα του στο Lambeth όπου θα παρέμενε για περίπου δέκα χρόνια. Εκεί συνέχισε να κατασκευάζει χαρακτικά για τα ποιήματα του και να εξελίσσει τα θέματα του. Είναι η περίοδος που εκδίδει έργα όπως Το βιβλίο του Ούριζεν (1794), Ευρώπη: μία προφητεία (1794), Το Τραγούδι του Λος’ (1795) και Το βιβλίο του Λος (1795). Παράλληλα με αυτά τα έργα, σημαντικός καρπός της ιδιαίτερα δημιουργικής του παραμονής στο Lambeth ήταν και Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης (1790-1793).

Από το 1800 έως το 1803, το ζεύγος Μπλέηκ έζησε στο χωριό Felpham του Σάσσεξ. Σε αυτό το διάστημα, συντηρούνταν οικονομικά από τον ποιητή William Hayley του οποίου έργα εικονογραφούσε ο Μπλέηκ. Επιπλέον, την περίοδο αυτή, ο Μπλέηκ συνελήφθη με αστήρικτες κατηγορίες πως σε καιρό πολέμου ενεργούσε ενάντια στη χώρα του. Είναι γεγονός πως ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ ήταν πολέμιος των αξιών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, κάτι που αποτύπωσε σαφώς και στα ποιήματά του, ωστόσο ποτέ δεν προέβει σε αντιεξουσιαστικές ενέργειες. Η παραμονή στο Felpham σημαδεύτηκε και από την ολοκλήρωση του ποιήματος Μίλτον (1803-1808). Αξίζει να αναφερθεί πως ο Μπλέηκ θεωρούσε τον Μίλτον ως τον μεγαλύτερο των ποιητών, αν και παράλληλα πίστευε πως είχε υποπέσει και σε ολέθρια σφάλματα.

Το επόμενο σημαντικό του έργο ήταν οι εικονογραφήσεις του για μια έκδοση του Τάφου του Robert Blair που εκδόθηκε το 1808 και συγκέντρωσε μεγαλύτερη προσοχή από όλα τα υπόλοιπα ποιητικά του έργα. Ωστόσο οι κριτικοί της εποχής δεν αντιμετώπισαν θετικά τις εικονογραφήσεις αλλά περισσότερο με διάθεση καχύποπτη και χλευαστική.

Την περίοδο 1809 έως 1815 ολοκλήρωσε το τελευταίο και μακροσκελές προφητικό του βιβλίο, την Ιερουσαλήμ, ενώ αργότερα δημιούργησε και μια σειρά εικονογραφήσεων για το Βιβλίο του Ιώβ (Book of Job), που θεωρούνται ως η σημαντικότερη καλλιτεχνική παραγωγή του Μπλέηκ. Το έργο του αυτό αποτέλεσε παραγγελία στις αρχές του 1820 του John Linnell, μέλος μιας ομάδας καλλιτεχνών που αυτοαποκαλούνταν “Αρχαίοι”. Η ομάδα αυτή θαύμαζε το έργο του Μπλέηκ και τον στήριξαν τόσο οικονομικά όσο και ηθικά στα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Μετά την ολοκλήρωση της Ιερουσαλήμ ο Μπλέηκ έγραψε ελάχιστη ποίηση αλλά αφοσιώθηκε στη ζωγραφική και τη χαρακτική. Εξαίρεση αποτελεί το Αιώνιο Ευαγγέλιο (The Everlasting Gospel) που ολοκληρώθηκε το 1818.

Ακόμα και στο τέλος της ζωής του παρέμενε ακμαίος και ιδιαίτερα οξυδερκής. Πέθανε τον Αύγουστο του 1827.

Σήμερα αναγνωρίζεται ως ο αυθεντικότερος και πιο εκλεκτός από τους ρομαντικούς ποιητές και θεωρείται μια από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Είναι κοινή διαπίστωση των μελετητών του, πως η αξία του Μπλέηκ δεν περιορίζεται μόνο στο γεγονός πως αποτέλεσε έναν αξιόλογο ρομαντικό ποιητή αλλά κυρίως στο ότι κατόρθωσε παράλληλα να δημιουργήσει και να απεικονίσει ένα εξαιρετικά πολύπλοκο προσωπικό μυθολογικό σύστημα.

Posted in Λογοτεχνία and tagged , , , , , , , , .

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *