Σεργκέι Αϊζενστάιν, μία ιδιοφυΐα στην τέχνη του κινηματογράφου

Σεργκέι Αϊζενστάιν

Σεργκέι Αϊζενστάιν

Στις 23 Ιανουαρίου του 1898 ήρθε στον κόσμο ο άνθρωπος που έμελλε να αλλάξει μια για πάντα τον παγκόσμιο κινηματογράφο, αποτελώντας παράλληλα τον κορυφαίο εκπρόσωπο του Ρωσικού κινηματογράφου. Ο Σεργκέι Αϊζενστάιν δεν ήταν όμως μόνο ένας σπουδαίος σκηνοθέτης αλλά υπήρξε και ο πρωτοπόρος της τέχνης του μοντάζ, επηρεάζοντας με το έργο του όλους τους μεταγενέστερους κινηματογραφιστές.


Ο σημαντικότερος προβληματισμός του βρίσκεται στο κατά πόσο και με ποιον τρόπο ακριβώς, θα μπορούσε ο κινηματογράφος να εκφράσει αφηρημένες έννοιες, δεδομένου του γνωστού προβλήματος του ρεαλιστικού κατάλοιπου της φωτογραφίας. Το πρόβλημα αυτό επιχειρεί να το λύσει μέσα από το μοντάζ, επινοώντας το λεγόμενο “ιδεολογικό” ή “διαλεκτικό” ή “μοντάζ ατραξιόν”.

Το “ιδεολογικό μοντάζ”, είναι σε γενικές γραμμές, η ενίσχυση ενός νοήματος μιας εικόνας, με την αντιπαράθεση μιας άλλης, που δεν ανήκει αναγκαστικά στο ίδιο επεισόδιο. Για παράδειγμα αντιπαραθέτει ανάμεσα στα πλάνα μιας σκηνής φόνου εργατών, ένα πλάνο διαφορετικό χωρικά και χρονικά από τα προηγούμενα, το σφάξιμο ενός ταύρου στο σφαγείο. Με αυτόν τον δυναμικό τρόπο, ο φόνος των εργατών παραλληλίζεται με την σφαγή του ταύρου και αποκτά μια πρωτόγνωρη ένταση, δημιουργώντας ένα ψυχολογικό σοκ στους θεατές και αναδεικνύοντας τις ιδέες του.

Ο Αϊζενστάιν εμπνέεται για το ιδεολογικό του μοντάζ από τα ιδεογράμματα. Εκεί δύο διαφορετικές έννοιες παρατιθέμενες, δημιουργούν μια τρίτη, ανεξάρτητη από τις πρώτες (π.χ. καρδιά + βέλος = έρωτας). Στο προηγούμενο παράδειγμα το πρώτο πλάνο έχει ένα “ιδεολογικό φορτίο” άλφα (φόνος των εργατών). Το δεύτερο πλάνο έχει ένα φορτίο βήτα (η σφαγή του ταύρου). Τα δύο πλάνα δεν έχουν χωροχρονική συγγένεια, ούτε ιδεολογική ταύτιση. Όταν κολλήσω μαζί τα δύο πλάνα, στο μυαλό του θεατή θα δημιουργηθεί μια τρίτη έννοια, από την διαλεκτική τους σχέση. Με αυτόν τον τρόπο παρέχεται η δυνατότητα έκφρασης αφηρημένων εννοιών με πολύ πιο άμεσο, δυναμικό και σαφή τρόπο.

Ωστόσο η πιο αναπτυγμένη κινηματογραφική μέθοδος που πρότεινε, αλλά και η πιο πολύπλοκη τεχνικά, ήταν αυτή που δεν μπόρεσε τελικά να αναπτύξει αρκετά, το “πολυφωνικό μοντάζ”. Ο Αϊζενστάιν με αυτήν την καινούρια έννοια εννοεί ένα είδος μουσικού συνδυασμού των διαφόρων “φωνών” της σκηνής, καθώς και μεταξύ των διαφορετικών μεγεθών των πλάνων, που βρίσκει την ευκαιρία να αναπτύξει στην ταινία του “Γενική γραμμή”. Από την μια δείχνει πλάνα καταϊδρωμένων προσώπων, από την άλλη πλάνα εκστασιαζόμενων, από την μια πλάνα ανδρών που ψέλνουν και από την άλλη, πλάνα γυναικών που ψέλνουν, κ.ο.κ.
Η διαφορά του “ιδεολογικού” από το “πολυφωνικό” μοντάζ, έγκειται στο ότι το πρώτο περιορίζεται στην διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε δύο – συνήθως – ή περισσότερες εικόνες, ενώ το δεύτερο “ξανοίγεται” σε κάθε είδος διαλεκτικής που μπορεί να υπάρξει, όχι μόνο ανάμεσα στις εικόνες, αλλά σε όλα τα εκφραστικά μέσα του κινηματογράφου (εικόνα – ήχο – μουσική).

Γεννήθηκε στη Ρίγα της Λετονίας, από εύπορη οικογένεια, που του εξασφάλισε μία καλή μόρφωση και όλα τα εχέγγυα για το μέλλον του. Ως παιδί ακόμα μιλούσε 3 ξένες γλώσσες (αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά), ενώ αργότερα παρακολούθησε μαθήματα μηχανικής και αρχιτεκτονικής. Την ίδια εποχή έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για τη ζωγραφική φιλοτεχνώντας αφίσες.  Η σκηνοθετική ευφυΐα του φάνηκε από τα πρώτα του βήματα, καθώς με τη δεύτερη ταινία του, το 1925, άλλαξε οριστικά την ιστορία του κινηματογράφου.

Σεργκέι Αϊζενστάιν

Σεργκέι Αϊζενστάιν

Το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» αναγνωρίζεται ως ένα από τα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου, ενώ η σκηνή με το πανικόβλητο και αλαφιασμένο πλήθος να τρέχει στα σκαλιά της Οδησσού κυνηγημένο από τον τσαρικό στρατό, θεωρείται η καλύτερη σκηνή στην ιστορία του κινηματογράφου.

Είχε προηγηθεί η «Απεργία», το 1924, και ακολούθησαν το «Οκτώβρης ή Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο» (1928), το λυρικό «Γενική Γραμμή» (1929), το «Αλέξανδρος Νιέβσκυ» και «Το λιβάδι του Μπεζίν», ενώ το 1945 σκηνοθετεί το «Ιβάν ο Τρομερός» και ένα χρόνο αργότερα το 1946 γυρίζει και το δεύτερο μέρος του της ταινίας.

Ο Αϊζενστάιν σκόπευε να γυρίσει και το τρίτο μέρος, της τριλογίας, όμως στις 9 Φεβρουαρίου του 1948 πέθανε από καρδιακή προσβολή σε ηλικία πενήντα χρόνων.

Πέρα από κινηματογραφικός σκηνοθέτης, ο Σεργκέι Αϊζενστάιν, υπήρξε και θεατρικός, ανεβάζοντας στη Μόσχα πολλά έργα, ανάμεσά τους το «Η αυτού μεγαλειότης, η πείνα», «Μάκβεθ του Σαίξπηρ», «Σοφός Άνθρωπος του Οστρόβσκι» και «Μάσκες αερίου», ενώ έγραψε και αρκετά δοκίμια στα οποία αναλύει τα έργα και την τεχνική του και διατυπώνει τις σκέψεις του για την 7η τέχνη.

Κάτι που θα πρέπει να επισημανθεί για το περιεχόμενο των ταινιών του μεγάλου δημιουργού, όντας ένθερμος μαρξιστής ο ίδιος, είναι ότι αντικαθιστά το κλασικό πρότυπο του ήρωα – πρόσωπο της αφήγησης, από τον ήρωα – μάζα. Εκείνος που πρωταγωνιστεί στις ταινίες του, είναι ο λαός και όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Αυτό καθόριζε και τον τρόπο με τον οποίον επέλεγε τους ηθοποιούς του. Προτιμούσε να μοιράζει τους ρόλους των ταινιών του, σύμφωνα με την φυσική παρουσία, ειδικότερα με τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που νόμιζε πως ταίριαζαν στον ρόλο, έτσι ώστε τα πρόσωπα να δίνουν αμέσως την εντύπωση του ρόλου που έπαιζαν. Συχνά έκανε ολόκληρους μήνες για να βρει το κατάλληλο πρόσωπο. Για παράδειγμα κάποιον που είδε να φτυαρίζει κάρβουνο σ’ ένα ξενοδοχείο πού’ χαν πάει για γύρισμα, τον πήρε να παίξει τον ρόλο του χειρούργου στο “Θωρηκτό Ποτέμκιν”.


Posted in Σινεμά and tagged , , , , , , , .

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *