Ο Μαξιμιλιανός Φραγκίσκος Μαρί Ισίδωρος Ροβεσπιέρος (Maximilien François Marie Isidore de Robespierre) (1758 – 1794) ήταν Γάλλος πολιτικός της Γαλλικής Επανάστασης του 1789.
Γεννήθηκε στην πόλη Αράς στις 6 Μαΐου 1758 και καρατομήθηκε στο Παρίσι στις 28 Ιουλίου 1794). Έζησε πολύ δύσκολα και φτωχικά παιδικά χρόνια, κατόρθωσε όμως να σπουδάσει Νομικά στο Παρίσι και επανερχόμενος στη γενέτειρά του δικηγόρησε επιδιδόμενος συγχρόνως στη ποίηση, στη φιλολογία και στη μουσική εκλεγείς μέλος της Ακαδημίας του Αράς. Το 1789 εξελέγη αντιπρόσωπος στη Συνέλευση των Τάξεων.
Μετά τη κατεδάφιση της Βαστίλης, το 1790 ετέθη επικεφαλής (έγινε Πρόεδρος), των Ιακωβίνων. Όταν οι Ορεινοί κατέλαβαν την εξουσία το 1793 ο Ροβεσπιέρος έγινε ουσιαστικός αρχηγός. Ετέθη επικεφαλής της Κομμούνας και στην Συμβατική Συνέλευση εισήλθε ως αντιπρόσωπος του λαού του Παρισιού.
Ψήφισε τον θάνατο του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και υπέρ της κατάργησης της Βασιλείας.
Για να στερεώσει την εξουσία του απέκρουσε τις κατηγορίες των Γιρονδίνων ότι επεδίωκε δικτατορία. Εισερχόμενος δε στην (δήθεν) Επιτροπή της Κοινής Σωτηρίας και διευθύνοντας πλέον την δημόσια Ασφάλεια και την Δικαιοσύνη προχώρησε σε προγραφές εναντίον των Γιρονδίνων κατά των οποίων πέτυχε να τεθούν εκτός νόμου, τους δε αρχηγούς τους, αλλά και των ίδιων του των συντρόφων, όπως του Νταντόν, το 1794, να τους στείλει στη λαιμητόμο, όπως επίσης στη συνέχεια και τους Εμπερτιστές.
Στη περίοδο της κυριαρχίας του Ροβεσπιέρου επικρατούσε απόλυτη Τρομοκρατία στηριζόμενη στα Επαναστατικά Δικαστήρια και στην περίφημη (δήθεν) Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας. Παρότι, λόγω της προσωπικής του εντιμότητας, του ανεπίληπτου ιδιωτικού του βίου και του αδέκαστου χαρακτήρα του, που είχε επονομασθεί από τους ομοϊδεάτες του “αδιάφθορος”, για την εδραίωση του καθεστώτος του, έστελνε καθημερινά δια του Επαναστατικού Δικαστηρίου στη λαιμητόμο κατά δεκάδες και εκατοντάδες Γάλλους πολίτες αντιφρονούντες, βασιλόφρονες, μετριοπαθείς, αναρχικούς, κλέφτες, ύποπτους, άνδρες, γυναίκες, και παιδιά ακόμη καταδικαζόμενους με συνοπτικές διαδικασίες.
Παράλληλα, προσπάθησε να επαναφέρει ως σύσταση του κράτους το πρότυπο των αρχαίων ελληνικών πόλεων (πολιτειών) με ιθύνουσα αρχή την ενότητα και την αρετή, προχωρώντας σε αλλαγές στο ημερολόγιο και με θρησκεία, καθιερώνοντας τη λατρεία του Υπέρτατου Όντος ως εκπροσώπηση του Λόγου του οποίου ανακηρύχθηκε Μέγας Ποντίφικας σε γενόμενη λαμπρή τελετή (16 Νοεμβρίου 1793).
Η Τρομοκρατία, όπως αποκλήθηκε η θηριώδης αυτή περίοδος, τελείωσε με το πραξικόπημα της 9ης του Τερμιντόρ (27 Ιουλίου 1794) που έγινε από τους ίδιους τους συντρόφους του όταν συνασπισθέντες οι εχθροί τους στη Συνέλευση εισήγαγαν ψήφισμα όπως κηρυχθεί αυτός και οι φίλοι του εκτός νόμου. Και ενώ συνελήφθη και μεταφέρονταν από την Εθνοσυνέλευση στις φυλακές του Λουξεμβούργου, οπαδοί του τον απελευθέρωσαν και ο Ροβεσπιέρος έσπευσε ως θριαμβευτής στο Δημαρχείο προσπαθώντας να εξεγείρει τον λαό σε στάση. Τον πρόλαβαν όμως οι εχθροί του και τον πολιόρκησαν. Τραυματισμένος ο Ροβεσπιέρος προσπάθησε ν’ αυτοκτονήσει. Συνελήφθη όμως μαζί με τον αδελφό του Αυγουστίνο, τον Σαιν Ζιστ, τον Κουτόν και άλλους οπαδούς του. Την επομένη ημέρα (28 Ιουλίου), ο Ροβεσπιέρος οδηγήθηκε στη λαιμητόμο χωρίς δίκη. Μαζί του εκτελέστηκαν οι στενοί του συνεργάτες, Σαιν Ζιστ και Κουτόν, αλλά και ο αδερφός του, Αυγουστίνος, υπό τα χειροκροτήματα του λαού του Παρισιού του οποίου και προηγουμένως υπήρξε είδωλο.
Την εκτέλεση του Ροβεσπιέρου ακολούθησαν εκτελέσεις 120 περίπου Ιακωβίνων και η διάλυση της λέσχης τους το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.
