Ο Διαβάτης του Ερέβους: Αναδρομή στην έννοια της αναρχίας

Ο Διαβάτης του Ερέβους: Αναδρομή στην έννοια της αναρχίας

Σήμερα οι λέξεις και οι έννοιες έχουν χάσει την ομορφιά και την γοητεία τους γιατί χρησιμοποιούνται από πολιτικούς και δημοσιογράφους, ιερείς και φαρισαίους ,γιαυτό και η αναδρομή στην έννοια της αναρχίας και για να δούμε από άλλη ματιά την ιδεολογία αυτή.

O αναρχισμός είναι ένα ιδεολογικό πολιτικό και κοινωνικό κίνημα. Ετυμολογικά προέρχεται από την ελληνική λέξη αρχή(=εξουσία) και το στερητικό α. Στην κυριολεξία αναρχία σημαίνει «χωρίς εξουσία» και το κοινό χαρακτηριστικό όλων των αναρχικών κινημάτων είναι το αίτημα τους για κατάργηση του κράτους, το οποίο βλέπουν ως βασικό καταπιεστικό παράγοντα περιορισμού της ελευθερίας του ατόμου ή / και της κοινωνίας. Ο όρος αναρχισμός αρχικά είχε αρνητική έννοια, διότι αναρχία στην καθομιλουμένη συνήθως σήμαινε χάος κοινωνικό, πολιτικό και όχι μόνο. Δήλωνε δηλαδή την αταξία ή υπήρχαν φορές που ταυτιζόταν με αντικαθεστωτικές βομβιστικές ενέργειες οι οποίες χαρακτηρίζονταν τρομοκρατικές. Η απαραίτητη σύνδεση με τη βία και το χάος ωστόσο είναι λάθος, καθώς ορισμένοι θεωρητικοί αναρχικοί θεωρούν τη βία όχι μόνο ακατάλληλο μέσο επιβολής, αλλά επίσης την εξισώσουν με την αστική ηθική, εγκρίνοντας την μόνο ως μέσο αυτοάμυνας.

Η λέξη αναρχία, όπως τη χρησιμοποιούν οι περισσότεροι αναρχικοί, δηλώνει μια αρμονική αντιεξουσιαστική και αταξική κοινωνία, που στηρίζεται στις δυνατότητες της εθελοντικής συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας των ανθρώπων με βάση τον ατομικό αυτοπροσδιορισμό και την προσωπική συμμετοχή. Στη θέση των σημερινών ιεραρχικών, εξουσιαστικών πολιτικών δομών και οικονομικών θεσμών, οι αναρχικοί προτείνουν κοινωνικές σχέσεις θεμελιωμένες στην «εκούσια» ομαδική συγκρότηση αυτόνομων ατόμων, την αλληλεγγύη και την αυτοδιαχείριση. Ενώ συχνά ο αναρχισμός ορίζεται από αυτό στο οποίο εναντιώνεται, εντούτοις οι αναρχικοί ανά τις εποχές προσέφεραν σύμφωνα με το όραμα για αυτό που πιστεύουν ότι είναι η αληθινά ελεύθερη κοινωνία. Ωστόσο, οι αντιλήψεις για το πώς μπορεί να είναι λειτουργική μια τέτοια κοινωνία πιθανώς διαφέρουν πολύ, ιδιαίτερα όσον αφορά την οργάνωση των οικονομικών της σχέσεων.

Οι αναρχικοί απορρίπτουν όλες τις μορφές κοινοβουλευτικής πολιτικής δράσης ως ανούσιες και προσβλέπουν σε μία «κοινωνική επανάσταση» (αναρχοκολεκτιβιστές / αναρχοκομμουνιστές), σε γενικές εργατικές απεργίες (αναρχοσυνδικαλιστές) ή σε μία καθολική «ανυπακοή των μαζών» (αναρχοατομικιστές), προκειμένου να επέλθει η αναρχία. Η χρήση αντικρατικής βίας, είτε κατά την επαναστατική αυτή διαδικασία είτε νωρίτερα υπό μορφή ακτιβισμού, από κάποιους αναρχικούς απορρίπτεται ρητά ως εξουσιαστική πρακτική, ενω από άλλους θεωρείται αναγκαία προκειμένου να εξασφαλιστεί η άμυνα των εξεγερμένων, η κινητοποίηση της κοινωνίας και η ήττα του δυνάμεων του κράτους.

Οι αναρχικές αντιλήψεις επίσης έχουν αναχθεί σε θρησκείες όπως ο βουδισμός, αλλά και σε φιλοσοφικές σχολές σκέψης. Σύμφωνα με τον Κροπότκιν οι στωικοί , με κορυφαίο τον Ζήνων, «αποστρέφονταν την παντοδυναμία του κράτους, την επέμβασή του και τον κρατισμό και διακήρυσσαν την κυριαρχία του ηθικού νόμου του ατόμου».

Η πρώτη επίσημη γνωστοποίηση αναρχικών θέσεων προήλθε από τον ατομικιστική αναρχικό Ουίλιαμ Γκόντγουιν. Ήταν αυτός που στο έργο του Έρευνα για την πολιτική δικαιοσύνη πραγματεύτηκε μία μορφή ακραίου πολιτικού φιλελευθερισμού , ο οποίος έδινε έμφαση στην πλήρη ελευθερία του ατόμου από την κρατική καταπίεση.

Στη συνέχεια εμφανίστηκαν τάσεις κοινωνικού αναρχισμού μες στο ευρύτερο σοσιαλιστικό κίνημα και τελικά ο αναρχισμός, ως μια ξεχωριστή πολιτική ιδεολογία, διακρίθηκε το 1870 όταν ο Μιχαήλ Μπακούνιν και οι υποστηρικτές του αποσπάστηκαν από την Πρώτη Διεθνή (ή Διεθνή Ένωση των Εργατών) που είχαν ιδρύσει ο Καρλ Μαρξ και ο Προυντόν. Οι αναρχικοί αυτοί, περίπου από το 1860 έως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμμετείχαν ενεργά στο εργατικό κίνημα παράλληλα με όλες τις σοσιαλιστικές πολιτικές ομάδες ( πχ. στην Εργατική Πρωτομαγιά του 1886).

Ο Μπακούνιν και ο Ερρίκο Μαλατέστα εκπροσωπούσαν μία μερίδα του κλασικού αναρχικού κινήματος, η οποία περί τα τέλη του 19ου αιώνα ενέκρινε βίαιους τύπους μεμονωμένου και ατομικού ακτιβισμού (κυμαινόμενους από ληστείες τραπεζών μέχρι πολιτικές δολοφονίες) ως αντίβαρο στην καταπίεση της κοινωνίας από το κράτος και ως τρόπο ριζοσπαστικοποίησης της κοινωνίας ώστε να επέλθει ταχύτερα η επανάσταση (βλ. έμπρακτη προπαγάνδα). Κατά τις δεκαετίες του 1960 και του ’70, με την εμφάνιση στις χώρες της Δύσης αντικαθεστωτικών πολιτισμικών κινημάτων όπως το αντεργκράουντ ή η πανκ μουσική, και υπό την επιρροή του Ψυχρού Πολέμου, του πολέμου στο Βιετνάμ, της τρέχουσας τότε οικονομικής ύφεσης, της Νέας Αριστεράς και του αφροαμερικανικού κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων, ο αναρχισμός γνώρισε μία νέα άνθηση η οποία οδήγησε σε σημαντικές θεωρητικές εξελίξεις και μία νέα πολυδιάσπαση του χώρου. Αφετηρία αυτών των εξελίξεων στάθηκε η αμφισβήτηση, ακόμα και από μαρξιστές, του κατά πόσον η ταξική ταυτότητα καθορίζεται αποκλειστικά από αντικειμενικούς παράγοντες όπως οι παραγωγικές σχέσεις (π.χ. η ιδιότητα του μισθωτού εργαζομένου) και όχι από την υποκειμενική πρόσληψη της καταπίεσης από το status quo (π.χ. άνεργοι, νοικοκυρές, φοιτητές, εθνοτικές ή φυλετικές μειονότητες κλπ).

Έτσι ο ανανεωμένος αυτός αναρχισμός αναδύθηκε μέσα από την τρέχουσα τότε αυτονομία (ένα δίκτυο ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κινημάτων από τον ευρύτερο χώρο του ελευθεριακού μαρξισμού) και από τα κοινωνικά κινήματα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 που εστίαζαν σε μεμονωμένα ζητήματα, χωρίς απαραίτητα σαφώς καθορισμένη πολιτική τοποθέτηση (π.χ. φεμινισμός, οικολογικό κίνημα, αντιπυρηνικό κίνημα, φοιτητικό κίνημα). Έτσι προέκυψαν νέοι τύποι αναρχισμού όπως ο πράσινος αναρχισμός (π.χ. κοινωνική οικολογία, οικοαναρχισμός, πρωτογονισμός κλπ), και ο αναρχοφεμινισμός. Τα αυτόνομα και τα μονοθεματικά κινήματα του ’60 και του ’70 δώρισαν εν πολλοίς στις εν λόγω νέες αναρχικές τάσεις καινούργιες πρακτικές οι οποίες δεν συσχετίζονταν με το κλασικό αναρχικό ή με το εργατικό κίνημα, όπως το μαύρο μπλοκ, ή ευρύτερα η άμεση δράση, οι καταλήψεις εγκαταλελειμμένων κτηρίων και η έμφαση στη συναίνεση. Η τελευταία είναι ένας τύπος άμεσης δημοκρατίας όπου οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με πλειοψηφική ψηφοφορία, αλλά συνδιαμορφώνονται συμβιβαστικά με βάση τις απόψεις όλων.

Στο πλαίσιο των ίδιων αυτών διεργασιών προέκυψε κατά τη δεκαετία του ’70 και ο εξεγερσιακός αναρχισμός, καθοριζόμενος από την αντίθεσή του στην επίσημη ομοσπονδιακή οργάνωση των αναρχικών (όπως π.χ. συνηθίζουν οι αναρχοσυνδικαλιστές και κάποιοι αναρχοκομμουνιστές) και δίνοντας αντίθετα έμφαση στην αυθόρμητη ακτιβιστική δράση, με στόχο την υπεράσπιση αυτόνομων ζωνών (π.χ. καταλήψεις κτηρίων σε αστικά κέντρα) οι οποίες λειτουργούν ως ελεύθεροι χώροι στέγασης, νησίδες οικοδόμησης μη εμπορευματικών σχέσεων και δραστηριοτήτων (οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών, καλλιτεχνικών κλπ), ορμητήρια ενεργειών κατά κρατικών ή καπιταλιστικών συμβόλων και κέντρα μίας εναλλακτικής, αντιιεραρχικής κοινωνικοποίησης για τους συμμετέχοντες. Οι τελευταίοι είναι συνήθως άτυπα οργανωμένοι σε ένα δίκτυο αυτοτελών ομάδων συνάφειας, με αποτέλεσμα να είναι δυσκολότερη η καταστολή του ολικού κινήματος αλλά και, σύμφωνα με τους επικριτές τους, πιο εύκολη η διείσδυση πρακτόρων και προβοκατόρων σε αυτό. Σημαντικά για την ανάπτυξη του εξεγερσιακού αναρχισμού υπήρξαν τα γραπτά και η δράση του Αλφρέντο Μπονάνο και του Χακίμ Μπέι.

Παράλληλα, στη δεκαετία του 1980, κάποιοι Αμερικανοί αναρχικοί (π.χ. ο Μπομπ Μπλακ) άρχισαν να ασκούν κριτική στη συνήθη αντίληψη της συσχέτισης του αναρχισμού με την Αριστερά, εννοώντας με τον όρο Αριστερά κυρίως τον μαρξισμό, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η πάλη των τάξεων που περιέγραφαν οι σοσιαλιστές του 19ου αιώνα είναι μία ξεπερασμένη και παρωχημένη έννοια. Ως συνέπεια οι αναρχικοί αυτοί αποκήρυξαν κάθε άμεση σύνδεση του αναρχισμού με το εργατικό κίνημα και με τις παραδοσιακές μεθόδους πολιτικής δράσης και παρέμβασης του τελευταίου (π.χ. απεργίες, διαδηλώσεις, συνδικάτα κλπ), επικαλυπτόμενοι σε πολύ μεγάλο βαθμό με τον σύγχρονό τους εξεγερσιακό αναρχισμό και -στην Ευρώπη- αφομοιώνοντας εν πολλοίς τα παλαιότερα αυτόνομα κινήματα από τα οποία είχαν επηρεαστεί. Η τάση αυτή, η οποία έβλεπε τους μηχανισμούς και τις μεθόδους της παραδοσιακής Αριστεράς ως εγγενώς εξουσιαστικούς, εξαπλώθηκε γρήγορα διεθνώς και ονομάστηκε μετααριστερός αναρχισμός. Από τη γέννησή της αλληλεπίδρασε και επικαλύφθηκε σε κάποιον βαθμό με τον μεταμοντέρνο αναρχισμό ο οποίος αναδύθηκε μετά τη δεκαετία του 1960, επηρεασμένος από τον φιλοσοφικό μεταδομισμό στοχαστών όπως ο Ζαν Μποντριγιάρ, ο Ζιλ Ντελέζ και ο Μισέλ Φουκώ, από τα γεγονότα του Μάη του ’68 και από τον αναρχοατομικισμό του Μαξ Στίρνερ. Για τον μεταμοντέρνο αναρχισμό η εξουσία δεν είναι μία αντικοινωνική υπερβατική ουσία η οποία διέπει το κράτος και το κεφάλαιο, αλλά ένα σύνολο σχέσεων που χαρακτηρίζουν κάθε τύπου αλληλεπιδράσεις μεταξύ ατόμων και δεν εκπορεύονται από ένα κέντρο μα ασκούνται κατανεμημένα από αμέτρητα σημεία.

Μετά τα τέλη της δεκαετίας του ’90, πολλές ομάδες αναρχικών παγκοσμίως συσχετίστηκαν και συμμετείχαν ενεργά στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, καθώς και στο «εναλλακτικό», διαδικτυακό μέσο πληροφόρησης Indymedia, το οποίο προέκυψε μέσα από τους κόλπους του εν λόγω κινήματος. Ακόμα, ο αναρχισμός (όπως και ο σοσιαλισμός ευρύτερα) έχει συσχετιστεί ορισμένες φορές με το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού

Posted in Ο Διαβάτης του Ερέβους and tagged , , , .

One Comment

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *