Κατά την ανάπτυξη ενός παιδιού ο γονιός παρατηρεί διάφορες αλλαγές να συντελούνται τόσο σε σωματικό όσο και σε νοητικό επίπεδο. Κατά κύριο λόγο, ένας γονιός διαπιστώνει ότι μήνα με το μήνα το παιδί ψηλώνει, αναπτύσσεται, ωριμάζει η συμπεριφορά του και αλλάζει και η ομιλία του. Τι συμβαίνει όμως όταν περνά ένα εύλογο χρονικό διάστημα και η ομιλία του παιδιού δεν εξελίσσεται και παραμένει ακόμη μερικώς ή ολικώς ακατάληπτη όπως όταν ήταν μικρό.
Το φαινόμενο της διαταραγμένης άρθρωσης είναι αρκετά συχνό σε παιδιά μικρής ηλικίας. Παίρνοντας ως δεδομένο ότι τόσο το νοητικό δυναμικό όσο και η γλωσσική και νευρολογική εξέλιξη του παιδιού είναι φυσιολογική, τότε κάνουμε λόγο για μια περίπτωση αρθρωτικής διαταραχής, η οποία μπορεί να είναι ελαφράς, μέτριας ή ακόμη και σοβαρής μορφής. Ένας ομιλητής, που εμφανίζει διαταραχή άρθρωσης, παρουσιάζει δυσκολία στην παραγωγή και σύνθεση των φωνημάτων σε λέξεις. Κύρια σημεία εκδήλωσης του φαινομένου σε αυθόρμητη ομιλία είναι τα ακόλουθα:
- Παράλειψη: ένας ήχος παραλείπεται ολοκληρωτικά τόσο σε επίπεδο λέξης όσο και σε επίπεδο πρότασης (π.χ. «ρόδα» → «όδα»)
- Αντικατάσταση: ένας ήχος αντικαθίσταται από έναν άλλον (π.χ. «ρόδα»→ «λόδα»)
- Αλλοίωση: ένας ήχος παράγεται αλλοιωμένος στην προσπάθεια να τοποθετηθεί σωστά μέσα στη λέξη
- Επένθεση: ένας ήχος ή συλλαβή τοποθετείται μέσα στη λέξη («τρομπόνι» → «τορομπόνι»)
Οι διαταραχές άρθρωσης πηγάζουν από τη δυσκολία στην ακουστική διάκριση των λεπτών χαρακτηριστικών διαφοροποιητικών στοιχείων ανάμεσα στους ήχους, που έχουν είτε κοινό τόπο ή τρόπο άρθρωσης. Το ενδεχόμενο ύπαρξης βαρηκοΐας, νοητικής υστέρησης ή γλωσσικής διαταραχής είναι δυνατό να μειώσει την καταληπτότητα της ομιλίας του παιδιού. Η έγκαιρη διάγνωση της διαταραχής και ένταξη του ατόμου σε πρόγραμμα αποκατάστασης είναι η σοφότερη λύση για την αποφυγή ύπαρξης εμποδίων στη συνολική του ανάπτυξη.
Πέτρου Σύλα
Λογοπαθολόγος – Λογοθεραπεύτρια
