Πολύ σοβαρότερη από ότι νόμιζαν η υπόθεση ρωσικής κατασκοπείας

Πολύ σοβαρότερη από ότι νόμιζαν η υπόθεση ρωσικής κατασκοπείας

Πολύ σοβαρότερη από ότι νόμιζαν η υπόθεση ρωσικής κατασκοπείας

Η Κλίφτον Αβενιου, στην περιοχή Γιόνκερς, είναι ένας μάλλον απροσδόκητος τόπος για να φιλοξενήσει ένα κατασκοπευτικό σκάνδαλο. Λίγα χιλιόμετρα βορείως του Μανχάταν, ο δρόμος αυτός είναι ο ιδανικός για να περνάς απαρατήρητος αφού, όπως λένε οι κάτοικοι, εδώ δεν συμβαίνει ποτέ τίποτα. Αλλά την περασμένη εβδομάδα αποκαλύφθηκε μια διαφορετική εικόνα.

Αυτοκίνητα της αστυνομίας χωρίς διακριτικά είναι σταθμευμένα έξω από ένα διώροφο σπίτι, το οποίο είναι αποκλεισμένο με μονωτική ταινία. Πρόκειται για το σπίτι της Βίκι Πελάες, μιας ισπανόφωνης δημοσιογράφου που αρνείται ότι έχει διαπράξει οποιοδήποτε έγκλημα, και ενός άνδρα γνωστού ως «Χουαν Λασάρο», ο οποίος φέρεται να ομολόγησε ότι είναι ρώσος μυστικός πράκτορας.

Τα δύο αυτά άτομα βρίσκονται στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που έχει προκαλέσει έκπληξη, ανησυχία και χλεύη στην Αμερική, τη Ρωσία και άλλες χώρες. Μιας υπόθεσης που σύμφωνα με αξιωματούχους της δυτική αντικατασκοπείας είναι σοβαρότερη απ’ό,τι φαινόταν στην αρχή.

Οι «Δύο του Γιόνκερς», μαζί με άλλους εννιά κατηγορούμενους, κατηγορούνται ότι εργάζονταν για τις ρωσικές μυστικές υπηρεσίες για πάνω από δέκα χρόνια. Δεν υπάρχει όμως καμιά απόδειξη ότι είχαν πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες. Προς το παρόν, έτσι, δεν έχουν απαγγελθεί επίσημα κατηγορίες για κατασκοπεία. Η μοναδική κατηγορία είναι παράνομη εργασία για λογαριασμό της ρωσικής κυβέρνησης. Ένας από τους κατηγορούμενους, ο Κρίστοφερ Μέτσος, φερόμενος ως σύνδεσμος με την SVR (διάδοχο της KGB), διαφεύγει τη σύλληψη.

Η ιδέα ότι κάποια ζευγάρια έκρυβαν την ιδιότητα του κατασκόπου από τα παιδιά τους και ζούσαν σε ήρεμους τόπους όπως η Κλίφτον Αβενιου ή εργάζονταν στον τουρισμό ή σε μεσιτικά γραφεία είναι ελαφρώς σουρεαλιστική. Σύμφωνα πάντως με έναν αξιωματούχο της αμερικανικής αντικατασκοπείας, οι άνθρωποι αυτοί ενδέχεται να παρέδωσαν στη Μόσχα μερικά από τα πιο ευαίσθητα μυστικά των τελευταίων 60 ετών.

Οκτώ από τους έντεκα στάλθηκαν από τη Ρωσία στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και χρειάστηκαν χρόνια για να αποκτήσουν μια ταυτότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με το FBI, ήταν όλοι τους «παράνομοι» – ξένοι πράκτορες που δεν προστατεύονταν από τη διπλωματική ασυλία. Στον κόσμο της κατασκοπείας, τέτοιοι άνθρωποι δεν παίζουν τον ίδιο ρόλο με κλασικούς διπλούς πράκτορες όπως ο Ολντριχ Εϊμς, που κατασκόπευε για λογαριασμό της Ρωσίας από την καρδιά της CIA επί μια δεκαετία. Πράγματι, οι κατηγορούμενοι φαίνεται πως είχαν ενημερωθεί από τη Μόσχα ότι δεν μπορούσαν να τοποθετηθούν σε θέσεις που είχαν σχέση με την αμερικανική κυβέρνηση.

«Είναι κάτι που κάνεις γνωρίζοντας ότι δεν θα αποκομίσεις οφέλη πριν περάσουν πολλά χρόνια», λέει ο αξιωματούχος της αμερικανικής αντικατασκοπείας. «Σαν να υπογράφεις ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το παιδί σου, ελπίζοντας ότι μια μέρα κάτι θα αξίζει».

Η «Σίνθια Μέρφι», μία από τους κατηγορούμενους, κατηγορείται ότι συγκέντρωνε προσωπικά στοιχεία για τους φοιτητές που έκαναν αίτηση να προσληφθούν στη CIA. Τέτοια στοιχεία θα μπορούσε να αποδειχθούν πολύτιμα πολλά χρόνια αργότερα για εκβιασμούς ή δωροδοκίες. Η ίδια, πάντως, αρνείται οποιαδήποτε κατηγορία.

Σύμφωνα με τον Μπρους Ρίντελ, έναν πρώην αξιωματούχο της CIA, η αποστολή των ανθρώπων αυτών ίσως να ήταν η επαφή με πράκτορες στο εσωτερικό αμερικανικών οργανισμών. «Αν στρατολογείς ένα ανώτερο στέλεχος της CIA και δεν θέλεις να μπλέξεις τη ρωσική πρεσβεία, μπορείς να χρησιμοποιήσεις έναν τέτοιο τρόπο ως μέσο επικοινωνίας», λέει στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. «Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η KGB είχε ως γνωστόν διεισδύσει με επιτυχία στο FBI, τη CIA, τη Μοσάντ και την ΜΙ5, κι έτσι αυτοί οι τύποι είναι καλοί στη δουλειά τους».

Εννιά από τους έντεκα κατηγορούνται επίσης για συνωμοσία με σκοπό το ξέπλυμα χρήματος. Υπάρχουν όμως κάποια στοιχεία της υπόθεσης που δείχνουν ερασιτεχνισμό από την πλευρά των κατηγορουμένων. Ο Λασάρο είχε προκαλέσει τη δυσαρέσκεια της Μόσχας επειδή δεν ανέφερε ποτέ την πηγή των πληροφοριών του. Η Πελάες, μάλιστα, του έλεγε να επικαλείται όποιον πολιτικό του ερχόταν στο μυαλό. Ο «Ρίτσαρντ Μέρφι» και ο «Μάικλ Ζοτόλι» χάθηκαν σε μια συνάντηση που επρόκειτο να έχουν στο Σέντραλ Παρκ. Η Αννα Τσάπμαν αγόρασε ένα κινητό τηλέφωνο δίνοντας ως διεύθυνση «Φέικ Στριτ, αριθμός 99».

«Υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στους πρωτόγονους σκοπούς αυτής της αποστολής και στα χρήματα που δαπανήθηκαν», λέει ο Κονσταντίν Πρεομπραζένσκι, ένας πρώην αξιωματούχος της KGB που ζει στην Αμερική. Όπως λέει, η συγκέντρωση πληροφοριών σαν αυτές που αναζητούσαν οι κατηγορούμενοι είναι στις μέρες μας τόσο εύκολη για την SVR – αρκεί να διαβάζουν εφημερίδες και να μιλούν σε καλά πληροφορημένες πηγές – ώστε η αποστολή κατασκόπων είναι περιττή. «Ίσως να πρόκειται για προκάλυμμα κάποιου άλλου πράγματος, όπως ξέπλυμα χρήματος», λέει. «Ίσως οι κατηγορούμενοι να ενδιαφέρθηκαν στην πορεία περισσότερο για να πλουτίσουν οι ίδιοι, παρά για να συλλέξουν πληροφορίες».

Στη Δύση, πάντως, φαίνεται να εκτιμούν περισσότερο την SVR. Και θυμίζουν την περίπτωση του Χέρμαν Σιμ, ενός εσθονού αξιωματούχου που παρέδωσε περισσότερες από 2.000 σελίδες με πληροφορίες σε ένα ρώσο «παράνομο», σαν αυτούς που κατηγορούνται σήμερα. Επρόκειτο για το μεγαλύτερο κατασκοπευτικό σκάνδαλο στην ιστορία του ΝΑΤΟ.

Posted in Διεθνή and tagged , , , , , .

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *