Βασίλης Τσιτσάνης

Συνθέτης, στιχουργός, δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και τραγουδιστής, ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και της λαϊκής μουσικής και άνοιξε νέους ορίζοντες στο λαϊκό τραγούδι και έγινε δάσκαλος των μετέπειτα τραγουδοποιών και μουσικών.

Με τα μελωδικότητα της μεγάλης τέχνης του, ο Βασίλης Τσιτσάνης ύμνησε την ψυχή του λαού, τραγούδησε τη ρωμιοσύνη, χτίζοντας, νότα τη νότα, στην καρδιά της την απέραντη μουσική του. Το τεράστιο σε μέγεθος και ποιότητα έργο του «σμίλεψε» με μοναδικό τρόπο το «πρόσωπο» της Ελλάδας των αδικημένων, των περήφανων, του λαού .Ανάμεσα στα τραγούδια του, ο «εθνικός ύμνος» του λαϊκού μας τραγουδιού, η «Συννεφιασμένη Κυριακή», εμπνευσμένη από «τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις». Στην 50χρονη δημιουργία του, έγραψε περίπου 1.000 τραγούδια.

Ο Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου του 1915. Από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική και έμαθε μαντολίνο και βιολί και φυσικά μπουζούκι. Το φθινόπωρο του 1936 ο Τσιτσάνης επισκέπτεται την Αθήνα. Κύριος σκοπός του είναι να σπουδάσει Νομική, αλλά γρήγορα τον κερδίζει η μουσική. Οι πρώτες του επιρροές είναι τα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Μάρκου Βαμβακάρη. Πρώτη του εμφάνιση γίνεται στο μαγαζί «Μπιζέλια» ενώ σύντομα γνωρίζει τον σπουδαίο αλλά αδικημένο από την Ιστορία τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο. Ο Περδικόπουλος τον πηγαίνει στην Odeon όπου ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια. «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» είναι η πρώτη ηχογράφηση του Τσιτσάνη. Την περίοδο 1937-1940 γράφει καταπληκτικά τραγούδια τα οποία ηχογραφεί με τις φωνές του Δημήτρη Περδικόπουλου, και των άλλων σπουδαίων τραγουδιστών εκείνης της εποχής Στράτου Παγιουμτζή, Μάρκου Βαμβακάρη Στελλάκη Περπινιάδη με τους οποίους σε πολλές ηχογραφήσεις ο Τσιτσάνης συμμετέχει σαν δεύτερη φωνή. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Τσιτσάνης έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου για ένα μεγάλο διάστημα είχε δικό του μαγαζί, το ‘Ουζερί ο Τσιτσάνης’, στη διασταύρωση Παύλου Μελά και Τσιμισκή, που έγινε διάσημο. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά την λήξη του πολέμου.

Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει να ηχογραφεί. Δίπλα του έγιναν ευρέως γνωστοί τραγουδιστές όπως η Σωτηρία Μπέλλου,η Ιωάννα Γεωργακοπούλου η Μαρίκα Νίνου και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης.

Τα επόμενα χρόνια ο Τσιτσάνης γνώρισε ευρύτατη αποδοχή. Το 1980 με πρωτοβουλία της UNESCO ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο “Χάραμα” – έτσι λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας του και της ζωής του. Σ’ αυτό το δίσκο παίζει μια σειρά από κλασικά του τραγούδια αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι.

Ο δίσκος αυτός με την έκδοσή του στην Γαλλία (1985) παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας Charles Gross. Όμως στο μεταξύ ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα.

Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου του 1984 στο Λονδίνο, την ημέρα των γενεθλίων του ,  όπου βρισκόταν για εγχείρηση, και κηδεύτηκε στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών.

Posted in Μουσική, Ο Διαβάτης του Ερέβους and tagged , , , , , , , , .

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *